Όταν ο ύπνος δεν παίρνει τα παιδιά…

Όταν ο ύπνος δεν παίρνει τα παιδιά…

Ο ύπνος είναι αδιαμφισβήτητα σημαντικός για τη διασφάλιση της σωματικής και της ψυχικής υγείας των παιδιών. Ένα παιδί που κοιμάται αρκετά είναι συνήθως λειτουργικό στον βιοσωματικό, τον γνωστικό και τον συναισθηματικό τομέα. Σύμφωνα με την Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία, το ένα τέταρτο των παιδιών ηλικίας κάτω των 5 χρόνων δεν κοιμούνται αρκετές ώρες και επισημαίνεται ότι γενικά τα παιδιά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ύπνο σε ποσοστό 25-40 %, ενώ οι έφηβοι σε ποσοστό 40% (Bhargava, 2011). Σύμφωνα με μια άλλη άποψη, τα παιδιά νηπιακής και προσχολικής ηλικίας σε ποσοστό έως 30% και τα παιδιά σχολικής ηλικίας σε ποσοστό 15% δυσκολεύονται να πάνε για ύπνο ή να κοιμηθούν ήσυχα κατά τη διάρκεια της νύχτας (Hirshkowitz και συν., 2015), ενώ λιγότερο από το ένα τρίτο των εφήβων κοιμούνται αρκετά (Wheaton και συν., 2018).

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι τα νεογέννητα (0-3 μηνών) χρειάζονται 14-17 ώρες ύπνου ημερησίως, τα βρέφη 4-11 μηνών 12-15 ώρες, τα νήπια 1-2,9 χρόνων 11-14 ώρες ύπνου και τα παιδιά προσχολικής ηλικίας 3-5 χρόνων 10-13 ώρες (Hirshkowitz και συν., 2015). Ένα βρέφος είναι σημαντικό να μπορεί να κοιμάται 6 συνεχόμενες ώρες κατά τη διάρκεια της νύχτας για τους 6 πρώτους μήνες της ζωής του, αν, ωστόσο, αυτό δεν έχει επιτευχθεί ως τους 18 μήνες, καθίσταται ιδιαιτέρως δύσκολο να επιτευχθεί αργότερα (Sivertsen και συν., 2005). Σε σχετική διαχρονική έρευνα βρέθηκε ότι τα παιδιά που κοιμούνταν λιγότερο από 9 ώρες πριν την ηλικία των 3 ετών (ακόμα κι αν ο αριθμός των ωρών ύπνου αυξανόταν στη συνέχεια) ήταν πιο πιθανό να εμφανίσουν υπερκινητικότητα και παρορμητική συμπεριφορά αργότερα, απ’ ό,τι τα παιδιά που κοιμούνταν τουλάχιστον 10 ώρες κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας (Touchette και συν., 2007). Σε άλλη σχετική διαχρονική έρευνα βρέθηκε ότι ο ύπνος διάρκειας μικρότερης των 10 ωρών και τα συχνά ξυπνήματα κατά τη διάρκεια της νύχτας στα νήπια συσχετίζεται με προβλήματα συμπεριφοράς στην ηλικία των 5 χρόνων. Επιπλέον, ο ελλιπής ύπνος επηρεάζει τον συναισθηματικό έλεγχο και την επεξεργασία συναισθηματικών πληροφοριών στα παιδιά και τους εφήβους (Sivertsen και συν., 2015).

Ως προς τον γνωστικό τομέα, τα παιδιά που κοιμούνται αρκετά, είναι περισσότερο πιθανό να επιδείξουν περιέργεια ως προς την εκμάθηση νέων πληροφοριών και να είναι πιο διερευνητικά ως προς την απόκτηση νέων δεξιοτήτων. Συγκεκριμένα, ο χρόνος που τα παιδιά κοιμούνται από τους 12 ως τους 18 μήνες σχετίζεται με αρκετές εκτελεστικές ικανότητες, όπως η μνήμη εργασίας, ο έλεγχος της παρόρμησης και η νοητική ευελιξία (Bernier και συν., 2010). Επίσης, ακόμα και η βραχύχρονη αποστέρηση ύπνου στις πολύ μικρές ηλικίες ευθύνεται για ελλείψεις στις λεκτικές αλλά και στις μη λεκτικές γνωστικές ικανότητες του παιδιού μετέπειτα. Τα νήπια που κοιμούνται τις συνιστώμενες 11-14 ώρες εξελίσσονται πιο ευνοϊκά στον γνωστικό τομέα σε σύγκριση με τα νήπια που κοιμούνται λιγότερο από 11 ώρες ή και περισσότερο από 14 ώρες (Kocevska και συν., 2017). Επιπλέον, κατά τη νηπιακή ηλικία, ο ύπνος σχετίζεται με την ανάπτυξη της μνημονικής ικανότητας (Kurdziel και συν. 2013) και την ψυχοκινητική ανάπτυξη (Desrochers και συν., 2016). Γενικά, οι έρευνες υποδηλώνουν ότι ο επαρκής ύπνος σχετίζεται με την καλύτερη συγκέντρωση των παιδιών και τη γνωστική ετοιμότητα (Waldon και συν., 2018), με τη θετική διάθεση (Hall και συν., 2012, Maasalo και συν., 2016), την καλή σχολική επίδοση (Paavonen και συν., 2010), την ανθεκτικότητα (Hairston και συν., 2016), τη μάθηση και τη μνήμη (Dewald και συν., 2010).

Η έλλειψη ύπνου, από την άλλη, συχνά σχετίζεται με οργανικά προβλήματα, όπως αλλεργική ρινίτιδα και προβλήματα στο ανοσοποιητικό, αλλά και με υπερκινητικότητα στα παιδιά, άγχος και κατάθλιψη (Knight και Demetriou, 2019). Ο ανεπαρκής ύπνος κάνει ένα παιδί να μην μπορεί να ξυπνήσει το πρωί και να νυστάζει καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, γεγονός που δυσκολεύει τη συγκέντρωσή του και επηρεάζει τη λειτουργικότητά του στο σχολείο, αλλά και γενικότερα, ενώ επίσης μπορεί να σχετίζεται με παχυσαρκία, διαβήτη ή με υψηλή αρτηριακή πίεση (Vriend και συν., 2015). Στους εφήβους, ο ελλιπής ύπνος μπορεί να επιφέρει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη σχολική επίδοση και την ψυχική υγεία. Είναι πιθανό οι έφηβοι με ελλιπή ύπνο να εμφανίζουν προβλήματα εσωτερίκευσης, όπως συμπτώματα κατάθλιψης και ευερεθιστότητα (Peltz και συν., 2020).

Ο ρόλος των γονιών στον ύπνο των παιδιών και των εφήβων είναι εξόχως σημαντικός. Οι γονείς ρυθμίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λαμβάνει χώρα ο ύπνος του παιδιού, διαμορφώνουν τη λεγόμενη «ρουτίνα του ύπνου». Οι γονείς είναι οι βασικοί ρυθμιστές της διαδικασίας του ύπνου και γι’ αυτό αποτελούν ένα είδος «προπονητή» ή «οργανωτή» του ύπνου του παιδιού τους. Οι παράγοντες που χρειάζεται να λάβουν υπ’ όψιν ώστε να διασφαλίσουν έναν καλό και επαρκή ύπνο στα παιδιά τους είναι οι εξής:

Κατ’ αρχάς, χρειάζεται να γνωρίζουν ότι ο ύπνος διαφοροποιείται καθώς το παιδί μεγαλώνει, ωστόσο, οι έρευνες υποδεικνύουν ότι είναι σημαντικό να τηρείται μια συνεπής ρουτίνα, ειδικά όσον αφορά τα μικρά παιδιά ή τους εφήβους. Οι δραστηριότητες που ακολουθούνται καθημερινά χρειάζεται να είναι οι ίδιες και με την ίδια σειρά, ώστε το παιδί να γνωρίζει τι να περιμένει. Μια τυπική ρουτίνα ύπνου μπορεί να περιλαμβάνει την απενεργοποίηση κάθε είδους οθόνης (υπολογιστές, τηλεόραση, βιντεοπαιχνίδια κτλ.), την ανάγνωση ενός ευχάριστου βιβλίου, ένα νανούρισμα ή μπάνιο, την παροχή ενός μεταβατικού αντικειμένου (π.χ. κουβέρτα ή λούτρινο ζωάκι). Είναι καλύτερα το παιδί να πηγαίνει στο κρεβάτι του όταν νυστάζει και όχι όταν το πηγαίνουν οι γονείς ενώ έχει ήδη κοιμηθεί αλλού, κι αυτό γιατί έτσι το παιδί μαθαίνει να κοιμάται μόνο του.

Είναι επίσης σημαντικό να υπάρχει συγκεκριμένη ώρα ύπνου για τα παιδιά. Συχνά οι γονείς κοιμούνται μαζί με τα παιδιά τους ή τα κρατούν στο κρεβάτι τους όταν αυτά ξυπνούν τη νύχτα και τους αναζητούν. Αν ένα παιδί προσχολικής ηλικίας ξυπνήσει το βράδυ, είναι σημαντικό ο γονιός να το καθησυχάσει και να το οδηγήσει στο κρεβάτι του, περιμένοντας μέχρι να κοιμηθεί.

Οι δυσκολίες των νηπίων στον ύπνο συχνά συσχετίζονται με άγχος αποχωρισμού και με αναπτυξιακούς φόβους, που μπορεί να εκδηλώνονται με πείσματα και ισχυρογνωμοσύνη. Η παροχή ελέγχου σε ελάσσονος σημασίας θέματα, όπως ποιες πιτζάμες θα φορέσουν ή ποιο βιβλίο θα τους διαβάσουν για να κοιμηθούν, μπορεί να κατευνάσει το άγχος και να ελαχιστοποιήσει τους φόβους τους. Η επίδειξη υπομονής μαζί με σταθερότητα και στοργή βοηθούν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα παιδιά στον ύπνο (Mindell και Williamson, 2018).

Για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά σχολικής ηλικίας στον ύπνο είναι επίσης σημαντικό να εφαρμόζεται ένα σταθερό και συνεπές πρόγραμμα. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας είναι συνήθως επιβαρυμένα με πολλές σχολικές υποχρεώσεις και με αρκετές εξωσχολικές δραστηριότητες, που συρρικνώνουν δραματικά τον ελεύθερο χρόνο τους. Το ίδιο ισχύει και για τους εφήβους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν επίσης συχνά δυσκολίες στον ύπνο τους (Colrain και Baker, 2011). Οι έφηβοι συνήθως μιμούνται τους γονείς τους στις συνήθειες σχετικά με τον ύπνο, συνεπώς είναι σημαντικό οι γονείς να ρυθμίσουν το πρόγραμμα ύπνου τους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν ένα υγιές πρότυπο για τα παιδιά τους (Lee και συν., 2017).

Βιβλιογραφικές παραπομπές

Bernier, A., Carlson, S. M., Bordeleau, S., & Carrier, J. (2010). Relations between physiological and cognitive regulatory systems: infant sleep regulation and subsequent executive functioning. Child Development, 81, 1739-1752.

Bhargava, S. (2011). Diagnosis and management of common sleep problems in children. Pediatrics in Review-Elk Grove, 32(3), 91.

Colrain, I. M., & Baker, F. C. (2011). Changes in sleep as a function of adolescent development. Neuropsychology Review, 21(1), 5-21.

Desrochers, P. C., Kurdziel, L. B., & Spencer, R. M. (2016). Delayed benefit of naps on motor learning in preschool children. Experimental Brain Research, 234(3), 763-772.

Dewald, J. F., Meijer, A. M., Oort, F. J., Kerkhof, G. A., & Bögels, S. M. (2010). The influence of sleep quality, sleep duration and sleepiness on school performance in children and adolescents: A meta-analytic review. Sleep Medicine Reviews, 14(3), 179-189.

Hairston, I. S., Conroy, D. A., Heitzeg, M. M., Akbar, N. Z., Brower, K. J., & Zucker, R. A. (2016). Sleep mediates the link between resiliency and behavioural problems in children at high and low risk for alcoholism. Journal of Sleep Research, 25(3), 341-349.

Hall, W. A., Scher, A., Zaidman-Zait, A., Espezel, H., & Warnock, F. (2012). A community-based study of sleep and behaviour problems in 12- to 36-month-old children. Child: Care, Health and Development, 38(3), 379-389.

Hirshkowitz, M., Whiton, K., Albert, S. M., Alessi, C., Bruni, O., DonCarlos, L., et al. (2015). National Sleep Foundation’s updated sleep duration recommendations: final report. Sleep Health, 1, 233-243.

Knight, F., & Dimitriou, D. (2019). Poor Sleep Has Negative Implications for Children With and Without ADHD, but in Different Ways. Behavioral Sleep Medicine, 17(4), 423-436.

Kocevska, D., Rijlaarsdam, J., Ghassabian, A., Jaddoe, V. W., Franco, O. H., Verhulst, F. C., & Tiemeier, H. (2017). Early Childhood Sleep Patterns and Cognitive Development at Age 6 Years: The Generation R Study. Journal of Pediatric Psychology, 42, 260-268.

Kurdziel, L., Duclos, K., & Spencer, R. M. (2013). Sleep spindles in midday naps enhance learning in preschool children. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 110(43), 17267-17272.

Lee, T. H., Miernicki, M. E., & Telzer, E. H. (2017). Behavioral and neural concordance in parent-child dyadic sleep patterns. Developmental Cognitive Neuroscience, 26, 77-83.

Maasalo, K., Fontell, T., Wessman, J., & Aronen, E. T. (2016). Sleep and behavioural problems associate with low mood in Finnish children aged 4-12 years: an epidemiological study. Child and Adolescent Psychiatry and Mental Health, 10, 37.

Mindell, J. A., & Williamson, A. A. (2018). Benefits of a bedtime routine in young children: Sleep, development, and beyond. Sleep Medicine Reviews, 40, 93-108.

Paavonen, E. J., Räikkönen, K., Pesonen, A. K., Lahti, J., Komsi, N., Heinonen, K., Järvenpää, A. L., Strandberg, T., Kajantie, E., & Porkka-Heiskanen, T. (2010). Sleep quality and cognitive performance in 8-year-old children. Sleep Medicine, 11(4), 386-392.

Peltz, J. S., Rogge, R. D., Bodenlos, J. S., Newman, J. N., & Pigeon, W. R. (2020). Changes in psychological in flexibility as a potential mediator of longitudinal links between college students’ sleep problems and depressive symptoms. Journal of Contextual Behavioral Science, 15, 110-122.

Sivertsen, B., Harvey, A. G., Reichborn-Kjennerud, T., Torgersen, L., Ystrom, E., & Hysing, M. (2015). Later emotional and behavioral problems associated with sleep problems in toddlers: a longitudinal study. JAMA Pediatrics, 169, 575-582.

Touchette, E., Petit, D., Seguin, J. R., Boivin, M., Tremblay, R. E., & Montplaisir, J. Y. (2007). Associations between sleep duration patterns and behavioral/cognitive functioning at school entry. Sleep, 30, 1213-1219.

Vriend, J., Davidson, F., Rusak, B., & Corkum, P. (2015). Emotional and Cognitive Impact of Sleep Restriction in Children. Sleep Medicine Clinics, 10(2), 107-115.

Waldon, J., Vriend, J., Davidson, F., & Corkum, P. (2018). Sleep and Attention in Children With ADHD and Typically Developing Peers. Journal of Attention Disorders, 22(10), 933-941.

Wheaton, A. G., Jones, S. E., Cooper, A. C., & Croft, J. B. (2018). Short Sleep Duration Among Middle School and High School Students — United States, 2015. MMWR Morbidity and Mortality Weekly Report, 67, 85-90.

Βασιλική Παππά, MSc, PhD,

Συμβουλευτική ψυχολόγος,

Επιστημονικά υπεύθυνη Σχολών Γονέων

www.sxolesgonewn.gr

www.emotionalintelligence.gr

Αφήστε μια απάντηση